Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Ο καπετάν Γιώτης Καλαμπόκας

Έλληνας επί Τουρκοκρατίας
Η ιστορία του καπετάν Γιώτη Καλαμπόκα προέρχεται από το βιβλίο του Αντ. Παπαγιαννόπουλου "Το χωριό μου" (σελ. 110-112) ως καταγραφή προφορικής παράδοσης του χωριού. Προτίμησα, ωστόσο, να την αποδώσω περισσότερο "δημοσιογραφικά" και συνοπτικά, παραλείποντας τις παρεκβάσεις που υπάρχουν στο αρχικό κείμενο και αποφεύγοντας -όσο γίνεται σε μια ιστορία που διασώθηκε προφορικά- την αφέλεια της προφορικής αφήγησης. Οι επανειλημμένες και σε τεράστιες αποστάσεις για τα δεδομένα και τους κινδύνους της εποχής μετακινήσεις των πρωταγωνιστών, μάλλον δημιουργούν αμφιβολίες για την αλήθεια της ιστορίας ως συνόλου. Είναι, πάντως, πιθανόν ο θρύλος του καπετάν Γιώτη Καλαμπόκα να έχει την αφετηρία του σε αληθινά γεγονότα που η κολλινιάτικη παράδοση τα εμπλούτισε ή και τα συνδύασε. 



Ήταν Απρίλης του 1810, ανήμερα το Πάσχα. Ο Αλίτζας, ο αγάς της Κάτω Κολλίνας, βγήκε από το κονάκι του και ξεκίνησε καβάλα στ' άλογό του να πάει, παρέα μ' ένα σύντροφό του, στον Κάμπο να δει τα χωράφια του και τα κοπάδια του. Λέγανε τάχα πως ήταν κι ο ίδιος κρυφός χριστιανός και γι' αυτό πόναγε τους χριστιανούς ραγιάδες. 

Φτάσανε στα χτήματά του και βρήκαν τους Έλληνες να γλεντάνε για το Πάσχα. Κάθισε κι ο αγάς μαζί τους. Έφαγε, ήπιε, χόρεψε. Όταν έφτασε το δείλι, φάνηκαν στον ουρανό βαριά σύννεφα. Δεν έβρεξε όμως. Mόνο ψιχάλισε και σε λίγο ξαστέρωσε και πάλι. Καβαλίκεψε ο αγάς το άλογό του και ξεκίνησαν για το Κατωχώρι. 

Το ποτάμι όμως είχε μεγάλη κατεβασιά, γιατί μακρύτερα είχε βρέξει δυνατά. Ξωπίσω τους ερχόταν, πηγαίνοντας κι αυτός στο χωριό, ένας ωραίος νέος Έλληνας, ο Γιώτης Καλαμπόκας που τους συμβούλεψε να περιμένουν να λιγοστέψει το νερό και να καλμάρει το ποτάμι, για να περάσουν. Όμως ο αγάς δεν έδωσε σημασία στα λόγια του και, καθώς ήταν ζαλισμένος απ' το κρασί, βάρεσε το άλογό του για να περάσει. Στη μέση του ποταμιού, το άλογό του διπλώθηκε σε κάποιο κλαδί κι ο αγάς έπεσε και τον πήρε το ορμητικό νερό. Χίμηξε τότε ο Γιώτης στα νερά και με κίνδυνο της ζωής του κατάφερε να πιάσει τον Αλίτζα και να τον βγάλει στην άλλη όχθη, ενώ ο συνοδός του έμεινε απέναντι, μη τολμώντας να περάσει. Ο Γιώτης ανέβασε τον αγά στο άλογό του, που είχε βγει κι αυτό απ' το νερό, και σε κακά χάλια τον μετέφερε στο χωριό. 

Την άλλη μέρα ο αγάς γύρεψε να του φέρουν τον άνθρωπο που τον έσωσε για να τον ευχαριστήσει και να τον ανταμείψει. Από κείνη την ημέρα ο Γιώτης κέρδισε την εκτίμηση του αγά κι άρχισε να μπαινοβγαίνει στο κονάκι του.

Ο αγάς είχε μια πολύ όμορφη κόρη, την Αϊσέ. Με τις συχνές επισκέψεις του Γιώτη στον αγά, δεν άργησε να φουντώσει ο έρωτας ανάμεσα στους δυο νέους κι αποφάσισαν να κλεφτούν, γιατί δε γινόταν η κόρη του αγά να γίνει χριστιανή και να παντρευτεί έναν ραγιά. Χώρια που, ακόμα κι αν ο καλόγνωμος αγάς συμφωνούσε, θα έβρισκε τον μπελά του απ' τον πασά της Τριπολιτσάς. Έτσι μια φθινοπωρινή νυχτιά, ο Γιώτης και η Αϊσέ εξαφανίστηκαν, παίρνοντας μαζί κι ένα πουγκί φλουριά του αγά. Περιπλανήθηκαν στη Ρούμελη και κατέληξαν στη Μολδοβλαχία, όπου η Αΐσέ βαφτίστηκε χριστιανή και παντρεύτηκαν. Εκεί εγκαταστάθηκαν, απέκτησαν παιδιά και προκόψανε.

Μετά όμως από κάμποσα χρόνια νοσταλγήσανε το Μοριά και παραμονές της Επανάστασης του 1821 ήρθαν στα Λαγκάδια της Γορτυνίας, όπου ο Γιώτης Καλαμπόκας εμφανίστηκε με το ψεύτικο όνομα Γιώτης Ασημακόπουλος.

Εν τω μεταξύ ο αγάς Αλίτζας είχε πληροφορηθεί ότι πρόκειται να ξεσπάσει επανάσταση των ραγιάδων. Πούλησε βιαστικά τα υπάρχοντά του κι έφυγε για την Πόλη.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση και οι Τούρκοι κλείστηκαν στις πόλεις και τα κάστρα, ο Γιώτης Καλαμπόκας πήρε την οικογένειά του κι ήρθε στις Κάτω Κολλίνες. Από εκεί πολέμησε τους Τούρκους ως αρχηγός των παλικαριών του χωριού. 

Μετά την απελευθέρωση, ο καπετάν Γιώτης, η γυναίκα του και τα πέντε παιδιά τους ζήσανε ευτυχισμένοι για μερικά χρόνια στο χωριό. Όμως τη Μαρία (την άλλοτε Αϊσέ) τη βασάνιζε ο καημός να δει τους γονείς της που τους είχε πικράνει με την εξαφάνισή της. 

Έτσι, ο Γιώτης ξεκίνησε μια μέρα και, με βάση τις πληροφορίες που είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια για την τύχη του αγά και της γυναίκας του, έφτασε στην Πόλη κι άρχισε να αναζητά τον αγά Αλίτζα από το Μοριά. Η παράδοση θέλει ο Γιώτης να ρώτησε τυχαία τον ίδιο τον αγά στο δρόμο αν γνωρίζει τον πεθερό του κι εκείνος να τον αναγνώρισε, να τον αγκάλιασε και να τον υποδέχτηκε στο σπίτι του. 

Μετά απ' αυτά, ο καπετάν Γιώτης Καλαμπόκας γύρισε στο Κατωχώρι, πούλησε το βιος του, πήρε την οικογένειά του και φύγανε για την Πόλη. Από τότε κανείς στις Κολλίνες δεν ξανάκουσε τίποτα γι' αυτούς...

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Η ιστοσελίδα του (πρώην) Γυμνασίου Βλαχοκερασιάς

Έχοντας πάει σχολείο σε μια εποχή που η πληροφορική και το διαδίκτυο ήταν σε πολύ πρώιμο έως ανύπαρκτο στάδιο, δε φανταζόμουν ότι τα τελευταία χρόνια και τα μικρά ακόμα σχολεία της ελληνικής επαρχίας έχουν τη δυνατότητα να διεκδικούν μια θέση στο διαδικτυακό στερέωμα και μάλιστα να επιτυγχάνουν μια πολύ προσεγμένη και πλούσια παρουσία.
Ήταν, λοιπόν, πολύ μεγάλη η έκπληξή μου, όταν πριν λίγες ώρες "συνάντησα" στη διεύθυνση http://gym-vlach.ark.sch.gr/ το Γυμνάσιο Βλαχοκερασιάς, όπου φοιτήσαμε για τρία χρόνια οι περισσότεροι απ' όσους μεγαλώσαμε στις Κολλίνες, αφού προηγουμένως βγάλαμε στο χωριό μας το Δημοτικό.


Στις διάφορες υποενότητες τις ιστοσελίδας (Το Σχολείο, Ιστορικά Στοιχεία, Δήμος Σκιρίτιδας, Επισκέψεις, Θεατρικά, Παρελάσεις, Αθλητισμός, Εκδηλώσεις, Προγράμματα, Σύνδεσμοι, Εφημερίδα) μπορεί κανείς να δει ορισμένες από τις δραστηριότητες του σχολείου τα τελευταία 10-15 χρόνια και να βγάλει συμπεράσματα για το σπουδαίο εκπαιδευτικό και πολιτιστικό έργο που παραγόταν εκεί κάθε σχολική χρονιά.
Μπορεί να αναζητήσει γνώριμα πρόσωπα και να εντοπίσει τα λιγοστά πια Κολλινιατάκια στις φωτογραφίες, να φανταστεί διαλόγους, να συνταξιδέψει σ' εκδρομές, να κρυφοκοιτάξει στις θεατρικές παραστάσεις, να συμμετάσχει σε μαθητικές παρελάσεις κι αθλητικές εκδηλώσεις, να ξεφυλλίσει την εφημερίδα του σχολείου, να μάθει νέα της περιοχής. Να συνειδητοποιήσει πόσο γρήγορα κι αδυσώπητα περνούν τα χρόνια... Πίσω από τις εικόνες  και τις λέξεις να μαντέψει (ή -αν ανήκει στον "κύκλο των χαμένων μαθητών"- απλά να θυμηθεί) τη διαρκή παρουσία, το πάθος και το μεράκι συγκεκριμένων ανθρώπων που τις τελευταίες δυόμισι δεκαετίες ταυτίστηκαν με το Γυμνάσιο Βλαχοκερασιάς.
Δυστυχώς, όπως και το Δημοτικό του χωριού μας από το 2008, έτσι και το Γυμνάσιο Βλαχοκερασιάς από τον περασμένο Σεπτέμβρη είναι κλειστό. Ας ελπίσουμε ότι, τουλάχιστον, δε θα θεωρηθεί δαπανηρή και η διατήρηση της ιστοσελίδας του.

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Ο "Τόμος του Μπελέζου"

Πριν πολλά χρόνια είχα ακούσει στο χωριό αφηγήσεις ηλικιωμένων για έναν σπουδαίο Κολλινιάτη επιστήμονα που σκοτώθηκε νέος στην Αλβανία κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41. Ήταν ο Δημήτριος Μπελέζος, δικηγόρος στην Αθήνα με λαμπρές προοπτικές. Ο Δ. Μπελέζος, γεννημένος κάπου στα μισά της δεκαετίας του 1910 ήταν γιος του παλιού παπά της Κολλίνας  Κωνσταντίνου Μπελέζου (τον οποίο μπορεί να δει κανείς γέροντα σε φωτογραφία του 1925 στο βιβλίο του Θάνου Βαγενά "Χρονικά Κολλινών Αρκαδίας", σελ. 169) και αδελφός του (μακαρίτη πια) Καθηγητή της Δερματολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκωνα Μπελέζου

Αυτό που με είχε εντυπωσιάσει απ' όσα άκουσα ήταν ότι ο Δ. Μπελέζος είχε γράψει ένα σπουδαίο βιβλίο, τον "Τόμο του Μπελέζου". Αυτό τον Τόμο, όπως έλεγαν στο χωριό, έπρεπε να τον έχει διαβάσει κανείς για να πάρει το πτυχίο της Νομικής. Στην παιδική μου φαντασία ο Τόμος έπαιρνε μυθικές διαστάσεις και υπέθετα ότι θα ήταν χίλιες σελίδες, όπως οι τόμοι της "Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου" που είχαμε στο σχολείο.

Πριν από δέκα περίπου χρόνια, στη βιτρίνα ενός παλαιοβιβλιοπωλείου του κέντρου της Αθήνας ανακάλυψα τυχαία ένα αντίτυπο του "Τόμου του Μπελέζου". Πρόκειται για το βιβλίο "Επιτομή  Εκκλησιαστικού Δικαίου προς χρήσιν των φοιτητών"

Το βιβλίο, όπως αποκαλύπτει και ο τίτλος του, δεν έχει φυσικά της μυθικές διαστάσεις που φανταζόμουν. Αποτελείται από 60 πυκνογραμμένες σελίδες, σε στρωτή καθαρεύουσα. Εκδόθηκε το έτος 1939 από το "Βιβλιοπωλείο Α. Καραβία", Ιπποκράτους-Ακαδημίας 50, Αθήναι, και τυπώθηκε από τον Α. Ματαράγκα-Γραφικαί Τέχναι. Το αντίτυπο που απέκτησα φέρει επιπλέον σφραγίδα με τα στοιχεία "Φοιτητικόν Βιβλιοπωλείον Αλεξάνδρας Α. Κοϊτσάνου, Σόλωνος 88, Αθήναι" και έχει τυπωμένη την τιμή του "δραχ. 50". Πρόλογο, απ' όπου θα μπορούσαμε, ενδεχομένως, να αντλήσουμε πληροφορίες για το συγγραφέα, το βιβλίο, δυστυχώς, δεν έχει. 

Στο οπισθόφυλλο όμως μας περιμένει μια έκπληξη, καθώς ανακαλύπτουμε ότι οι "Τόμοι του Μπελέζου" ήταν (ή τουλάχιστον επρόκειτο να γίνουν σύντομα, αν δε μεσολαβούσε ο πόλεμος) τέσσερις! Ο Δ. Μπελέζος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε αξιόλογο συγγραφικό έργο. Είχε δημοσιεύσει ήδη δύο βιβλία και ετοίμαζε κι άλλα δύο. Συγκεκριμένα, εκτός από την "Επιτομήν Εκκλησιαστικού Δικαίου", αναφέρονται τα εξής βιβλία, τα οποία μάλιστα δε φαίνεται να ήταν επιτομές αλλά κανονικά πανεπιστημιακά συγγράμματα, τα οποία καλύπτουν μεγάλο μέρος από τον κλάδο του αστικού δικαίου: "Ενοχικόν Δίκαιον έκδοσις 1938, δραχ. 200", "Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου (υπό εκτύπωσιν)" και "Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον (υπό εκτύπωσιν)".


Δυστυχώς, όμως, ο πόλεμος στέρησε νωρίς από τις Κολλίνες, και όχι μόνο, έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να προσφέρει πολλά.


Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Οι παρατημένες βρύσες της Κολλίνας

Θλιβερή πραγματικά η εικόνα που αντίκριζε κανείς τις μέρες του Πάσχα περπατώντας στους δρόμους του χωριού και περνώντας μπροστά από την Πάνω Καμάρα κάτω από την πλατεία, την Κάτω Καμάρα στην Εκκλησούλα και τη Βρυσούλα λίγο πιο κάτω. 

Οι βρύσες αυτές σε παλιότερες εποχές έδιναν νερό για χιλιάδες ανθρώπους και ζώα. Μέχρι πριν δυο δεκαετίες μάς έσωζαν κυριολεκτικά στις λειψυδρίες τα καλοκαίρια. Εκεί οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα. Με το νερό τους ποτίζονταν κήποι και λουλούδια. 

Τώρα διαλύονται σιγά σιγά, εγκαταλελειμμένες, σπασμένες, χορταριασμένες. Εικόνες που αντιστοιχούν, δυστυχώς, στην ερήμωση του  χωριού μας.






Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Περί του ονόματος Κολλίνα/Κολλίνες - Μέρος Δ΄


Ι. Όσοι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ασχοληθεί με την προέλευση του ονόματος Κολλίνα/Κολλίνες τονίζουν ιδιαίτερα την ύπαρξη μιας Κολλίνας Πύλης ή Πόρτα Κολλίνας σε κάποιο σημείο του κολλινιάτικου χώρου και θεωρούν ότι αποτέλεσε έναν παλιότερο οικισμό από τον οποίο δημιουργήθηκαν οι σημερινές Κολλίνες και στον οποίο οφείλουν το όνομά τους.

Ο Θάνος Βαγενάς (Χρονικά Κολλινών Αρκαδίας, σελ. 44-47) γράφει  ότι κάποιος Κολλινιάτης στο πανηγύρι του Αγίου Χριστοφόρου του ανέφερε την Πόρτα Κολλίνα: "Μου έδειξε τον χώρο κάτω και δεξιά των Κολλινών, προς το Χελμό και την Αγιαειρήνη, σε σημείο προς τα δυτικά (για τον οποίο χώρο δεν είχα κατατοπισθεί ακόμη τοπογραφικά). Δεν μπόρεσα να βρω μεταφορικό μέσο να πάω προς τα εκεί (δηλ. σε απόσταση μιας ώρας πεζοπορικά, όπως μου είπαν). Αργότερα, που ξαναπήγα στις Κολλίνες, είχε πεθάνει ο τότε πληροφοριοδότης μου... Και κανένας δεν εγνώριζε τίποτα, για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη τέτοιου τοπωνυμίου".

Στη συνέχεια υποθέτει ότι "ο οικισμός που ιδρύθηκε κάποτε κοντά στην 'Πόρτα Κολλίνα' (που θα ειπεί 'μικρή πόρτα, μικρή δίοδος' στη γλώσσα μιας παλαιότερης εποχής, οπότε χρησιμοποιούσαν περισσότερους από τώρα ξενικούς όρους και τοπωνύμια) έδωσε το όνομα Κολλίνα και στον ευρύτερο χώρο. Κι όταν αργότερα οι κάτοικοι της πρώτης εκείνης Κολλίνας για διάφορους λόγους μετακόμισαν πιο επάνω, στους λόφους κάτω από τον Άγιο Χριστόφορο, πήραν μαζί τους εκείνο το τοπωνύμιο της Κολλίνας (που τους εθύμιζε την πρώτη συνοίκησή τους) και το 'εγκατέστησαν΄τη νέα πατρίδα τους (όπως έγινε για πλήθος άλλες μετοικεσίες)".

Την ερμηνεία αυτή την χαρακτηρίζει ως την πιο πιθανή. Ωστόσο ομολογεί ότι δεν αποδεικνύεται με γραπτά κείμενα και πως ξεχάστηκαν οι παλιές παραδόσεις, αφού η νέα Κολλίνα συγκέντρωσε κατοίκους κι από άλλους μικρούς οικισμούς που δεν είχαν γνώση της ενέργειας των πρώτων οικιστών. Και προσθέτει δύο υποδείξεις: Πρώτον, ότι αυτή η Πόρτα Κολλίνα μπορεί να ταυτιστεί με το αρχαίο Οίον (που σημαίνει μοναδικό πέρασμα) μεταξύ Σπάρτης και Αρκαδίας και, δεύτερον, ότι εντοπίζεται στην περιοχή και η ονομασία Κλεισούρα, που υποδηλώνει την "κλεισώρεια", το στενό δηλαδή πέρασμα ανάμεσα στα βουνά, τη μοναδική δίοδο.

Ο Αντώνης Παπαγιαννόπουλος (Το χωριό μου, σελ. 11-13) αναφέρει  αφήγηση παλιού Βλαχοκερασιώτη, σύμφωνα με την οποία "Το παλιό χωριό ήταν εκεί όπου βρισκόταν η Κλιβίτσα και ελέγετο "Πόρτα Κολλίνα" (μικρή πόρτα, πέρασμα, δίοδος, μπασιά κλπ και είχε σχέση με το αρχαιότατο Οίον, δηλ. μονό πέρασμα) και αποτελούσε δρόμο μεταξύ Σπάρτης και Αρκαδίας. Ένα σημαντικό τεκμήριο είναι η αποκάλυψη ευρήματος ενός αρχαίου δρόμου, προ χριστιανικής εποχής και μήκους 160 μέτρων περίπου, με εμφανή τα σημάδια αρμάτων (αρματοτροχιές). Πρέπει να ήταν κάποιας μεσαιωνικής εποχής "Πόρτα Κολίνα", που οι κάτοικοί της ήρθαν και έκτισαν το σημερινό χωριό Κολλίνες και πήρε ίσως απ' το Πόρτα Κολλίνα τ' ονομά του". Επισημαίνει, επίσης, την ύπαρξη κάποιου βιβλίου με τον τίτλο "Κολλίνα Πύλη", που ερμηνεύεται ως πέρασμα ανάμεσα σε δυο βουνά.

Ο παπα-Θανάσης Καραφωτιάς, τέλος, υποθέτει ότι η Πόρτα Κολλίνα (που θεωρεί ότι ενδέχεται να συνδέεται με το αρχαίο Οίον της Οιάτιδας Χώρας) ίσως βρίσκεται στον κολλινιάτικο κάμπο στην περιοχή ανάμεσα στα Παλιάλωνα και την Αγία Ειρήνη. Σημειώνει, μάλιστα, ότι κάποιος συμπατριώτης είχε πει ότι εκεί κατά τη διάνοιξη του δρόμου βρέθηκαν τάφοι με οστά (εφημερίδα "Η Σκιρίτις", φ. 69, 30-5-2004, σελ. 1 και 4).

Όσο κι αν έψαξα, δεν κατάφερα να βρω κάποιο στοιχείο που να θεμελιώνει την ύπαρξη μιας Πόρτας ή Πύλης Κολλίνας στην περιοχή μας (είτε στον κάμπο είτε στην Κλιβίτσα) ούτε εντόπισα κάποιο βιβλίο με αυτό τον τίτλο. Για το λόγο αυτό, θεωρώ πιο πιθανό ότι οι συγγραφείς και όσοι τους έδωσαν πληροφορίες έχουν παρασυρθεί από την τη ρωμαϊκή Porta Collina.

ΙΙ. Ήρθε, λοιπόν,  η ώρα να ταξιδέψουμε στην αρχαία Ρώμη, για να συναντήσουμε μιαν άλλη Κολλίνα, την Porta Collina, μία από τις πύλες της πόλης. Γι' αυτή την ξένη Collina υπάρχει αρκετό υλικό.

Ας δούμε πρώτα πρώτα τη θέση της στο χάρτη της αρχαίας Ρώμης:


Η Porta Collina σημειώνεται στο χάρτη με τον αριθμό 1.  Βρισκόταν στον  Κυρινάλιο Λόφο (collis Quirinalis) της αρχαίας Ρώμης και αποτελούσε πύλη του Σερβιάνειου Τείχους (Muri Serviani) της πόλης, το οποίο σημειώνεται με κόκκινη γραμμή στο χάρτη. Το τείχος αυτό έχτισε ο Servius Tulius, βασιλιάς της Ρώμης (578-535 π.Χ.). Από την Porta Collina ξεκινούσαν η Σαλαρία οδός (via Salaria) και η Νωμαντανή οδός (via Nomentana). Γράφει χαρακτηριστικά ο Στράβων: "Ἔστρωται δὲ δι´ αὐτῶν (των Ρωμαίων) ἡ ( τε) Σαλαρία ὁδὸς οὐ πολλὴ οὖσα, εἰς ἣν καὶ ἡ Νωμεντανὴ συμπίπτει κατὰ Ἠρητὸν τῆς Σαβίνης κώμην ὑπὲρ τοῦ Τιβέρεως κειμένην, ἀπὸ τῆς αὐτῆς πύλης ἀρχομένη τῆς Κολλίνης" (Στράβωνος, Γεωγραφικών Πέμπτον, 5,3,1). Και περιγράφει παρακάτω πώς ο Σέρουιος (Servius) πραγματοποίησε την οχύρωση: "καὶ ἐπέβαλον τεῖχος καὶ πύργους ἀπὸ τῆς Κολλίνας πύλης μέχρι τῆς Ἠσκυλίνας" (5.3.7). Σε άλλο σημείο ο Στράβων σημειώνει ότι υπήρχε "πρὸ τῆς πύλης τῆς Κολλίνης ἱερὸν Ἀφροδίτης Ἐρυκίνης λεγόμενον" (Στράβωνος, Γεωγραφικά, Βιβλίο Α,ΙΙ,5). Στη μάχη της Κολλίνης Πύλης το 82 π.X. ο Σύλλας  νίκησε τους αντιπάλους του, μπήκε θριαμβευτής στη Ρώμη και αναγορεύθηκε δικτάτωρ συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του τη στρατιωτική, τη νομοθετική και τη δικαστική εξουσία. Κατά το Μεσαίωνα η Porta Collina ονομαζόταν ad Castellum Adriani, ενώ το 1872 ερείπιά της βρέθηκαν στην οδό Venti Settembre της σύγχρονης Ρώμης.

ΙΙΙ. Κλείνοντας αυτή την ανάρτηση, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η δική μας Κολλίνα, μάλλον, δεν έχει σχέση με Porta Collina της αρχαίας Ρώμης και ότι, μάλλον, στα μέρη μας δεν υπήρξε καμία Πόρτα ή Πύλη Κολλίνα.

Θα αναρωτηθεί, ενδεχομένως, ο αναγνώστης για ποιο λόγο κάναμε μάθημα ρωμαϊκής ιστορίας και γεωγραφίας. Ίσως, απλά επειδή είναι ωραίο να ξέρεις ότι ότι το όνομα του χωριού σου υπήρχε πριν από 2.500 χρόνια σε μια πόλη που έγινε αργότερα πρωτεύουσα του αρχαίου κόσμου. Ίσως, όμως, και επειδή είναι ένα ερέθισμα να ψάξουμε περισσότερο και να τεκμηριώσουμε τη σύνδεση του χωριού μας με τη ρωμαϊκή Porta Collina. Εν πάση περιπτώσει, με την επόμενη ανάρτηση θα επιστρέψουμε στα μέρη μας, στην Πελοπόννησο των χρόνων της Φραγκοκρατίας για να εξετάσουμε μια ακόμα  ενδιαφέρουσα ετυμολογική εκδοχή.


Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Κολλινιάτικη ιστορία

Επειδή πέρασε αρκετός καιρός από την τελευταία ανάρτηση, και ακόμη δεν αξιώθηκα να γράψω την επόμενη  για το όνομα του χωριού μας, σκέφτηκα, μέσα στο κλίμα των γιορτών, να αντιγράψω  από το βιβλίο του μπαρμπα-Αντώνη Παπαγιανόπουλου "Το χωριό μου" (σελ. 118-120) μια διασκεδαστική ιστορία. Ιδού, λοιπόν, το κείμενο με κάποιες μικροβελτιώσεις και συντομεύσεις:

Το πάθημα του Κατωχωρίτη παπα-Δημήτρη Αναγνωστόπουλου

Πριν πάρα πολλά χρόνια στην Κάτω Κολλίνα ζούσαν δυο κουμπάροι αγαπημένοι. Ο ένας ήταν ο παπα-Δημήτρης Αναγνωστόπουλος και ο άλλος ο λαϊκός Παναγιώτης Μπακούρος.

Ο Παναγιώτης ο Μπακούρος είχε μεγάλη οικογένεια, πέντε θυγατέρες και δυο γιους, και επειδή δεν μπορούσε να εξοικονομήσει τα έξοδα για τη συντήρησή τους και για να λιγοστέψουν τα στόματα στο σπίτι, σκέφτηκε να παρακαλέσει τον κουμπάρο του, τον παπα-Δημήτρη, που ήταν πολλά χρόνια παντρεμένος, αλλά είχε μείνει άκληρος, να πάρει ένα από τ’ αγόρια του, να το ‘χει να του κάνει τα θελήματα για το ψωμί μονάχα. Ο Παπαδημήτρης δέχτηκε να πάρει τον μεγαλύτερο, τον Κωστή, και είπε πως στο χέρι του παιδιού ήτανε, αν είχε μυαλό, να ωφεληθεί και αυτός θα το αγάπαγε σαν δικό του παιδί. Θα το έπαιρνε στις λειτουργίες, τους γάμους, τα βαφτίσια και τις κηδείες, για να τον βοηθάει και  θα του μάθαινε όλη την εκκλησιαστική τάξη, θα του μάθαινε κι όσα γράμματα ήξερε εκείνος, θα τον έκανε αναγνώστη και μια μέρα θα τον άφηνε στο πόδι του στην εκκλησία. Ο κουμπάρος του, ο Παναγιώτης, άκουσε με μεγάλη χαρά τα λόγια του παπα-Δημήτρη και δεν ήξερε με τι τρόπο να τον ευχαριστήσει.
 
Εκείνες όμως τις μέρες γύρισε απ’ τ’ Ανάπλι που είχε πάει από μικρό παιδί ο αδερφός του Παναγιώτη, ο Γιώργης ο Μπακούρος. Σαν είδε τη φτώχεια του αδερφού του, του είπε πως, όταν γύριζε στο μπαρμπέρικο του στ’ Ανάπλι, θα έπαιρνε μαζί του τον μεγαλύτερο ανιψιό του, τον Κωστή, που τον είδε πολύ ξύπνιο, για να τον στείλει στο σχολείο να μάθει γράμματα. Ο πατέρας του παιδιού δεν ήξερε τι να κάνει, γιατί φοβόταν μην του κακοφανεί του κουμπάρου του, του παπα-Δημήτρη, που ήρθε το πράγμα έτσι. Σαν τ’ άκουσε όμως ο παπα-Δημήτρης έκανε πως δεν τον ένοιαζε κι έτσι ο Κωστής πήγε με το θείο του στ’ Ανάπλι.

Ύστερα από πέντε χρόνια έστειλε το καλοκαίρι ο Γιώργης ο Μπακούρος τον ανιψιό του στο χωριό να δει τους δικούς τους και να γυρίσει μετά πίσω για να προχωρήσει στα γράμματα. Το παιδί ήταν ευχαριστημένο κι έλεγε καλά λόγια για το θείο του και το σχολείο. Σκέφτηκε τότε ο πατέρας του να τον πάει στον κουμπάρο του, τον παπά, να το δει και να το εξετάσει αν έμαθε γράμματα.

Ο παπα-Δημήτρης έκανε τάχα πως χάρηκε και τους καλοδέχτηκε και σαν άκουσε την επιθυμία του κουμπάρου του, άρχισε να ρωτάει το παιδί:
- Πώς την λένε τη γάτα, Κωστή μου, στα ελληνικά;
- Γαλή, απάντησε το παιδί.
- Όχι! Την λένε νιουρίτσα και γκρανίστρα, γιατί νιαουρίζει και γρατζουνάει. Τη φωτιά;
- Πυρ.
- Όχι! Τη λένε χαρά, γιατί τη βλέπουμε το χειμώνα και χαιρόμαστε και ζεσταινόμαστε. Το σπίτι;
- Οικία.
- Ακούς εκεί, οικία! Το λένε ανάπαψη, γιατί αναπαύεται ο άνθρωπος από τους κόπους του. Το νερό;
- Ύδωρ.
- Πωπώ! Άκου, ύδωρ! Φτήνια το λένε, γιατί δεν το αγοράζουμε μιας κι ο Θεός μας το ‘δωσε έτσι. Αμ, την καρέκλα πώς τη λένε;
- Κάθισμα, είπε το παιδί.
- Όχι βρε, Κωστή, τη λένε αποκούμπι, γιατί πάνω στο σκαμνί ακουμπάει ο άνθρωπος ο αποσταμένος το κορμί του.
Στερνά γύρισε στον κουμπάρο του και του είπε:
-Κουμπάρε, κρίμα που έχασε του κάκου τα χρόνια το παιδί. Δεν έμαθε τίποτα κοντά στον αδερφό σου. Αλλά καλά να πάθεις. Αν το άφηνες σε μένα, θα ήξερε όλη την εκκλησιαστική τάξη και θα το είχες και κοντά σου να το βλέπεις. Εγώ θα το είχα σαν παιδί μου στο σπίτι και μια μέρα θα γινόταν παπάς, κι εσύ να χαρείς κι εκείνο να με συγχωράει για το καλό που του ‘κανα. Μα και τώρα, αν θέλεις, είναι καιρός ακόμα. Άφησέ το κοντά μου, κουμπάρε, και θα τα μάθει όλα.

Ο αφελής κι απονήρευτος Παναγιώτης Μπακούρος δέχτηκε με μεγάλη χαρά ό,τι του είπε ο κουμπάρος του, ο παπάς, κι ευχαριστούσε μέσα του το Θεό που του έδωσε τη φώτιση να πάει τον Κωστή να τον εξετάσει ο παπάς. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα ότι ο παπα-Δημήτρης του το φύλαγε, γιατί στην αρχή δεν το ‘δωσε σε 'κείνον το παιδί, αλλά στον αδερφό του.

Ο Κωστής δεν ήθελε με κανένα τρόπο να πάει να μείνει στο σπίτι του παπά. Αφού όμως δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, αποφάσισε να μην πικράνει τον πατέρα του και να κάτσει, ώσπου να βρει την ευκαιρία να πάει στο θείο του. Ο παπα-Δημήτρης, σαν τα κατάφερε έτσι, έβαλε τον Κωστή στις δουλειές και τον είχε σαν δούλο. Κι όταν τον έβλεπε να παίρνει κανένα χαρτί ή βιβλίο από τα δικά του, τα εκκλησιαστικά, του το έπαιρνε απ’ τα χέρια και του ‘λεγε:
- Ακόμα δεν ξέρεις την Άλφα και θέλεις να διαβάζεις τέτοια βιβλία που δεν τα καταλαβαίνεις. Θα μάθεις πρώτα γράμματα, θα σου δείξω εγώ κι έχουμε καιρό ώσπου να μάθεις να διαβάζεις σαν αυτά τα βιβλία.

Του Κωστή η στενοχώρια μέρα με τη μέρα μεγάλωνε, γιατί δεν μπορούσε να πει τον πόνο του πουθενά, ούτε καν στον πατέρα του, γιατί εκείνος είχε πιστέψει τον κουμπάρο του. Αποφάσισε, λοιπόν να φύγει μια ώρα αρχύτερα, όσο μπορούσε ακόμη, μα πριν να εκδικηθεί τον παπα-Δημήτρη.

Μια Κυριακή ο παπάς με την παπαδιά  πήγαν στην εκκλησία κι άφησαν το παιδί στο σπίτι να συγυρίσει, γιατί μετά την λειτουργία θα γύριζαν με μουσαφιραίους τους δημογέροντες. 

Τότε ο Κωστής βρήκε την ευκαιρία κι έπιασε τη γάτα του σπιτιού, της έδεσε στην ουρά ένα αναμμένο δαδί και στην έκλεισε στην αποθήκη με τ’ άχυρα και το σανό κι όταν είδε ότι άναψε η αποθήκη, έτρεξε στην εκκλησία.

Η λειτουργία είχε τελειώσει κι παπάς με τους καλεσμένους του ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν για το σπίτι. Ο Κωστής, φοβισμένος γι’ αυτό που έκανε, στάθηκε, σαν είδε τον παπά, και του φώναξε:
- Παπα-Δημήτρη, τρέξε, γιατί πήρε η γκρανίστρα χαρά και τρέχει στην ανάπαψη κι αν δεν προφτάσει η φτήνια, αλίμονο από την ανάπαψη και τ’ αποκούμπια!
- Τι μου λες, βρε θεοκατάρατο; φώναξε ο παπάς.

Ο Κωστής είπε ξανά τα ίδια λόγια, μα ο παπα-Δημήτρης δεν κατάλαβε, σταυροκοπήθηκε και γύρισε στους άλλους και είπε ότι το παιδί τρελάθηκε.
- Γιατί κάνεις πως δε με καταλαβαίνεις, παπα-Δημήτρη; Εγώ σου μιλάω με τη γλώσσα που μου ‘μαθες εσύ. Η γάτα πήρε φωτιά και τρέχει στην αποθήκη και καίγεται το σπίτι σου κι αν δεν προφτάσουμε να σβήσουμε με νερό τη φωτιά, θα καούν το σπίτι σου κι όλα τα πράγματά σου.

Ο παπα-Δημήτρης δεν άργησε να καταλάβει ποιος έβαλε τη φωτιά, μα δεν ήταν ώρα για εκδίκηση. Όλοι έτρεξαν να σβήσουν τη φωτιά. Ήταν όμως πια αργά κι όλο το σπίτι κάηκε.

Ο Κωστής μετά απ’ αυτό κρύφτηκε και δεν μπόρεσε ο παπάς να τον βρει, γιατί οι χωριανοί του έκαναν πλάτες, αφού το βλέπανε άδικο να τιμωρηθεί σκληρά, και τελικά τον φυγαδεύσανε στο θείο του στ’ Αναπλι, για να γλιτώσει απ’ την οργή του παπα-Δημητρη.

Ο παπα-Δημήτρης τα επόμενα χρόνια το ξανάχτισε το σπίτι του μεγαλύτερο και καλύτερο, Την υπόληψη όμως που είχε πρώτα απ’ τους συγχωριανούς του δεν μπόρεσε να την ξαναποκτήσει.